Ανώμαλη προσγείωση (Διήγημα του Γιώργου Ρούβαλη)

23 Likes
17 Shares
0 Comments

 

του Γιώργου Ρούβαλη

του Γιώργου Ρούβαλη

Δεσποινίς! θα μου φέρετε λίγα κριτσίνια κι εκείνο το μαύρο ψωμί που δίνετε και μια σούπα φακές με λακέρδα. Για ποτό; Μπύρα ποτήρι. Λοιπόν, σήμερα που ορκίστηκε η Αμαλία, μου θύμισε και την δική μου ορκωμοσία και διορισμό στο Δημόσιο πριν από καμιά τριανταριά χρόνια. Είναι ολόκληρη περιπέτεια. Αλλά θα σας την πω από την αρχή.

 

Το 1961 τελείωσα την Γερμανική Σχολή. Ο πατέρας μου ήταν γιατρός, διευθυντής στον Ευαγγελισμό. Με το απολυτήριο της Γερμανικής παίρναμε επίσης και το αντίστοιχο το γερμανικό και μπορούσαμε να γραφτούμε σ’ όποιο εκεί πανεπιστήμιο θέλαμε. Εγώ είχα δώσει κι εδώ κι είχα περάσει στην Ιατρική. Δεν μου άρεσε όμως, ήθελα να γίνω μηχανικός. Είχα και κάτι φίλους στο Αννόβερο, πήγα το καλοκαίρι να δω τι γίνεται. Βρήκαμε και κάτι γκόμενες, περάσαμε πολύ ωραία και το φθινόπωρο έμεινα. Γράφτηκα στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών. Όταν τελείωσα, άρχισα να δουλεύω σαν βοηθός στο Πολυτεχνείο. Είχα έναν καθηγητή, τον Friedrich, που μ’ αγαπούσε και με βοήθησε πολύ. Ημουν πολύ ευχαριστημένος από την καρριέρα μου και με τον Friedrich απέκτησα σημαντική πείρα, κυρίως στα δημόσια έργα. Μετά, παντρεύτηκα μια Γερμανίδα, τη Βερόνικα, που είχε σπουδάσει Ιατρική. Κάναμε και δυο παιδιά κι όλα ήταν ωραία και οργανωμένα. Αλλά μ’ έτρωγε και το σκουλήκι της Ελλάδας. Όταν κατέβαινα (στρατό είχα κάνει), κοιτούσα τι υπήρχε εδώ και κυρίως στο Δημόσιο, που είναι σίγουρη δουλειά. Είχε τελειώσει κι η Δικτατορία, το κλίμα άλλαζε κι ήταν πιο ενδιαφέρον να ζεις στην Ελλάδα, πιο ελεύθερα. Ετσι, μια φορά που είδα ότι γίνεται διαγωνισμός για υπαλλήλους στο Υπουργείο Συντονισμού, έκανα τα χαρτιά μου. Κατέβηκα, έγραψα και ξανάφυγα. Πριν όμως, τους ζήτησα την χάρη, αν μπορούσαν, να μου έδιναν ένα περιθώριο τουλάχιστον ενός μηνός να κανονίσω τις δουλειές μου στο Πολυτεχνείο στην Γερμανία, να παραιτηθώ, να παραδώσω και να κάνω την μετακόμιση. «Να μείνετε ήσυχος» μου είπε ο Πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής. Περνάνε έξη μήνες, ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Ένα βράδυ με παίρνει τηλέφωνο ο πατέρας μου. «Σούρθε ειδοποίηση να ξαναδώσεις εξετάσεις». «Πάλι εξετάσεις; Αφού έδωσα». «Λένε ότι είναι απαραίτητο». Τι να κάνω, ξανακατεβαίνω και ξαναδίνω. Τότε λέω πάλι το ίδιο για τα περιθώρια που έπρεπε να μου δώσουν αν πετύχαινα. Περνάνε άλλοι έξη μήνες, τίποτα από το Υπουργείο. Μια Πέμπτη βράδυ, χτυπάει το τηλέφωνο, πάλι ο πατέρας μου. «Συγχαρητήρια -μου λέει- πέρασες και σε ειδοποιούν νάρθεις ν’ αναλάβεις την Δευτέρα». Τρελλάθηκα. Ηταν ακριβώς αυτό που ήθελα ν’ αποφύγω, τα τρεχάματα, το άγχος, αδύνατον να γίνει μετακόμιση σε δυο μέρες. Και τα παιδιά;
Την άλλη μέρα, ήταν εργάσιμη, Παρασκευή, παίρνω τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου και του εξηγώ. «Καλά –μου λέει- άμα είναι έτσι έλα όποτε θέλεις». «Ναι, αλλά σίγουρα θα με πάρετε, ε;» ρωτάω. «Ε, αυτό δεν μπορώ να στο εγγυηθώ. Ελα εσύ και θα δούμε αν σε πάρουμε τότε». Ακου απάντηση υπευθύνου! Δυο εξετάσεις είχα περάσει…

 

Τι γίνεται τώρα, γιατί είχαν κάνει αυτό το διαγωνισμό; Μετά τόμαθα. Η Διεθνής Τράπεζα διαμαρτυρόταν διότι τα κονδύλια που είχε εγκρίνει για προγράμματα στην Ελλάδα δεν είχαν απορροφηθεί, είχαν μπλοκαριστεί. Απήτησε λοιπόν από την κυβέρνηση να προσλάβει μια ομάδα ειδικών, με γλώσσες, μεταπτυχιακά και πείρα, να ξεμπλοκάρουν την κατάσταση. Αυτοί είμαστε εμείς, καμιά δεκαπενταριά. Ελληνες κυρίως του εξωτερικού, όλων των ειδικοτήτων. Γεωπόνοι, οικονομολόγοι, μηχανικοί και πάει λέγοντας.

 

Βέβαια, όταν βγήκαν τα αποτελέσματα του πρώτου διαγωνισμού μπήκαν στον κατάλογο επιτυχόντων όσοι είχαν γλύψιμο. Απόξω εγώ. Όπως όμως ορισμένοι έρχονταν, έβλεπαν περί τίνος επρόκειτο και ξανάφευγαν, ο κατάλογος συμπληρωνόταν ένα-ένα κλικ από τους επόμενους, που δεν είχαν μέσα. Ετσι χρειάστηκε να ξαναδώσω και έτσι, τελικά, με πήρανε, γιατί είχαν φύγει κάποιοι, αλλά και γιατί η Διεθνής Τράπεζα πίεζε να μας προσλάβουν.

 

Εγώ ήμουν 31 χρονών και ήθελα να ξαναγυρίσω. Η γυναίκα μου είχε γίνει στο μεταξύ γυναικολόγος και συμμεριζόταν την αγωνία μου. Ηξερε και λίγα ελληνικά, δεν μούφερε προσκόμματα για την επιστροφή. Αλλά τα βρήκε μπαστούνια με την ελληνική πραγματικότητα και δεν άντεξε, μετά από τρία χρόνια γύρισε πίσω με τα παιδιά και χωρίσαμε. Τι την ενόχλησε; Ε, δεν ξέρεις τώρα, εδώ είναι πολύ ανοργάνωτα όλα. Στη Γερμανία, η μπέιμπυ σίτερ ας πούμε, έμενε μια πόρτα δίπλα στο σπίτι μας. Όταν θέλαμε να βγούμε την φωνάζαμε, ερχόταν κι όλα εντάξει. Εδώ, όταν φτάσαμε, βρήκαμε ένα καλό νηπιαγωγείο για τα παιδιά, αλλά τα αναλάμβαναν μόνο 8 με 12. Πώς είναι δυνατόν αφού κι οι δυο θα δουλεύαμε μέχρι τις 5; Επρεπε, δηλαδή, να βρούμε ειδικό άνθρωπο για το διάστημα 12 με 5. Το όλο σύστημα εδώ δεν σκέφτεται καθόλου τον εργαζόμενο και τα ωράριά του. Αδιαφορούν. Όχι, στην ιατρική δεν την εμπόδισαν, ούτε την έβαλαν να ξαναδώσει εξετάσεις. Αλλά μια γυναίκα που βρήκαμε να κρατάει τα παιδιά ήρθε κι έμεινε δυο-τρεις μήνες και, ξαφνικά, μια μέρα δεν φάνηκε καθόλου. Ούτε την επομένη, ούτε την άλλη μέρα. Χωρίς να ειδοποιήσει, να μας προετοιμάσει ότι έστω, μας είχε βαρεθεί και δεν ήθελε να συνεχίσει μαζί μας, τίποτα. Ε, αυτά τα πράγματα σε αναστατώνουν, ιδίως εμάς που είμαστε αλλιώς μαθημένοι στη Γερμανία, όπου όλα λειτουργούν ρολόι.

 

Το πώς άρχισα στο Υπουργείο είναι ολόκληρη ιστορία, έχει την πλάκα της… Πάω λοιπόν ένα πρωί, ορκίζομαι, υπογράφουν το πρακτικό ορκωμοσίας και ρωτάω που θα κάτσω. Α, μου λέει ο Διευθυντής, πρέπει να το κανονίσεις αυτό με τους συναδέλφους σου, γιατί δυστυχώς εγώ δεν έχω χρόνο να το κάνω. Τι Διευθυντής είναι αυτός, αυτό ήταν από τα βασικά του καθήκοντα, να υποδεχτεί έναν νέο και να τον συστήσει στους άλλους. Τέλος πάντων, πάω λοιπόν εγώ, γραβάτα-κοστούμι, με τον χαρτοφύλακά μου και χαμογελαστός σ’ ένα δωμάτιο όλο καπνούς που κάθονταν πέντε-έξη. «Καλημέρα –λέω- είμαι από το τημ της Διεθνούς Τραπέζης, μήπως έχετε καμιά θέση εδώ;». Ακούνε αυτοί Διεθνής Τράπεζα και μου λένε «όχι, όχι, δεν υπάρχει καμιά θέση, να φύγεις από δω!». Πάω λοιπόν στο επόμενο γραφείο, το ίδιο.

 

Στο τρίτο άρχισα να πιάνω την κουβέντα για άλλα θέματα και ρωτούσα αν μπορούσα να καθήσω για μια μέρα, προσωρινά, χωρίς να λέω ότι προέρχομαι από εκείνον το διαγωνισμό. Ακουγαν όμως Γερμανία, καταλάβαιναν αμέσως και μ’ έδιωχναν όλοι. Ούτε γραφείο, ούτε καρέκλα, ούτε τίποτα! Η ελληνική διοίκηση δεν μας ήθελε! Στο τέλος καταλήγω στο βάθος του διαδρόμου, τελευταίο γραφείο, όπου βρισκόταν ένας γέρος που θάπαιρνε σύνταξη σε τέσσερες μέρες. Μπροστά του είχε ένα άδειο γραφείο, γιατί τον είχαν αφήσει μόνο του, δεδομένης της εξέλιξης του. Είχα αρχίσει να ιδρώνω, μου κακοφαινόταν, αγωνιούσα. Λέω στον εαυτό μου: τώρα πρέπει να τα πεις καλά, γιατί αν με διώξει κι αυτός, είναι ο τελευταίος, δεν είχε άλλα γραφεία! Καλημερίζω λοιπόν, δεν λέω κουβέντα για το τημ κι αρχίζω να μιλάω περί ανέμων και υδάτων. Στο τέλος ξεθαρρεύω και τον ρωτάω αν μπορούσα να καθίσω απέναντί του. Κάτσε, μου λέει. Αφού λοιπόν εγκαταστάθηκα, δεν ξέρω πώς, ξέχασα τις προφυλάξεις μου και του σκάω το μυστικό ότι ήμουνα από την ομάδα της Διεθνούς Τραπέζης που ερχόταν να εκσυγχρονίσει την ελληνική διοίκηση. «Ααα, μου λέει. Τι να σου πω παιδί μου, εγώ προσπάθησα μια ολόκληρη ζωή, σ’ όλη μου την καρριέρα, να αλλάξω διάφορα και δεν κατάφερα απολύτως τίποτα. Αν εσύ νομίζεις ότι θα εκσυγχρονίσεις το δημόσιο, κάτσε εκεί και καλό κουράγιο!».

 

Το πρώτο μας καθήκον ήταν να ξεκολλήσουμε ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα, τα εγγειοβελτιωτικά έργα στη Θεσσαλία, που διαχειριζόταν το Υπουργείο Γεωργίας. Οργανώνεται, λοιπόν, μια σύσκεψη εκεί, μ’ εμάς κι όλους τους Γενικούς Διευθυντές του Υπουργείου εκείνου. Τώρα, όταν λέμε Γενικός Διευθυντής, πρέπει να καταλάβεις ότι ήταν κάτι θηρία, νταγλαράδες, που είχαν είκοσι κι εικοσιπέντε χρόνια εκεί, αμετακίνητοι στη θέση τους και, φυσικά, έλυναν κι έδεναν στο Υπουργείο και σ’ όλα τα έργα. Πάμε λοιπόν εκεί, καθόμαστε σ’ ένα μεγάλο τραπέζι όλοι (από μας πήγαμε τρεις μόνο, εγώ, ένας συνάδελφος που ήταν γεωπόνος κι ένας οικονομολόγος). Μας παρουσιάζει μια δικιά μας διευθύντρια και μετά σηκώνεται από το κεφάλι του τραπεζιού ένας τέτοιος τεράστιος Γενικός, μου φαίνεται ότι ήταν Κρητικός, και βγάζει ένα λόγο, άλλο πράγμα. Ανάλυσε όλες τις αιτίες της κακοδιαχείρισης, της γραφειοκρατίας, τις αδυναμίες του δημοσίου τομέα μας, υπογράμμισε τον ρόλο της Διεθνούς Τραπέζης αλλά περισσότερο επέμεινε στο δικό μας έργο, των λαμπρών τέκνων του Ελληνισμού όπως μας αποκάλεσε, που ερχόμαστε με την πείρα μας του εξωτερικού και της καλής διακυβέρνησης να εκσυγχρονίσουμε τα κακώς κείμενα. Ηταν συγκινητικός. Νοιώσαμε ότι δικαιωνόταν η ύπαρξή μας κι όλες μας οι ταλαιπωρίες μέχρι να φτάσουμε εκεί. Ξεχάσαμε και τα κακοφερσίματα των συναδέλφων, δάκρια τρέχανε από τα μάτια μας, κλαίγαμε από χαρά…

 

Τελείωσε λοιπόν η σύσκεψη και φύγαμε να ξαναγυρίσουμε την επομένη, ν’ αρχίσουμε πλέον ουσιαστικά. Πάμε λοιπόν πρωί-πρωί κι οι τρεις και ο θυρωρός δεν μας αφήνει να μπούμε! Αρχίζω να του εξηγώ ότι είχαμε έρθει και χτες, ότι είμαστε του Υπουργείου Συντονισμού, ότι μας είχε υποδεχτεί ο Γενικός Διευθυντής Ταδάκης και τα λοιπά. Τίποτα ο θυρωρός. «Δεν μπορείτε να περάσετε!». Εγινα έξαλλος κι άρχισα να τον απειλώ. Τρόμαξε κι αυτός, φοβήθηκε και μου λέει στο τέλος: «Ακου να δεις παιδί μου (ήταν εξηντάρης), εγώ είμαι φτωχός άνθρωπος και δεν θέλω φασαρίες. Αυτός ακριβώς ο Γενικός Διευθυντής Ταδάκης που λες ότι σας υποδέχτηκε χτες και σας έφερε μέχρι την έξοδο, με πιάνει τότε και μου λέει: αυτούς του τρεις πρόσεξέ τους καλά, αύριο που θάρθουν να μην τους αφήσεις με κανένα τρόπο να μπούνε μέσα!». Και πώς να μπαίναμε αφού, όταν θ’ αρχίζαμε, θα βλέπαμε όλους τους διαγωνισμούς, τις αναθέσεις έργων και θ’ ανακαλύπταμε όλες τις τσαπατσουλιές, τις ατασθαλίες και τσαλαβουτήματα του ίδιου του κ. Ταδάκη και των συν αυτώ. Αυτό ήταν. Δεν ξαναπατήσαμε ποτέ στο Υπουργείο Γεωργίας, γυρίσαμε στα γραφεία μας κι αυτή ήταν η πρώτη μου ανώμαλη –και τι ανώμαλη!- προσγείωση στο ελληνικό δημόσιο.

 

Αντε, εις υγείαν! Στην υγειά της Αμαλίας και σιδεροκέφαλη!

 

—- ** —-

Από τη συλλογή «Στ’ Ανάπλι», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005.

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.