Η θέση του Χριστιανισμού απέναντι στη Μασονία

16 Likes
19 Shares
5 Comments

 

Ο Πρωτοπρεσβύτερος πατήρ Δημήτριος Κωστόπουλος, εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Βασιλείου Άργους απέστειλε στην ηλεκτρονική μας εφημερίδα προς ανάρτηση ένα άρθρο σχετικά με τη «Θέση του Χριστιανισμού απέναντι στη Μασονία».

 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί Α­πό­σπα­σμα από το έργο του μα­κα­ρι­στού π. Αν­τω­νίου Α­λε­βι­ζο­πού­λου (Δρος Θε­ο­λο­γίας και Φι­λο­σο­φίας, γραμ­μα­τέως της «Μο­νί­μου Συ­νο­δι­κής Ε­πι­τρο­πής Επί των Αι­ρέ­σεων» της Εκ­κλη­σίας της Ελ­λά­δος) με τίτλο «Ο ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΤΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ, Αθήνα 1996, τεύχος 10ον, σελ. 178-184

 

H ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΜΑΣΟΝΙΑ

Η μα­σο­νία κα­τώρ­θωσε να πε­ρι­λά­βει στους κόλ­πους της, ι­δι­αί­τερα κατά τον ΙΘ΄ αι­ώνα, πρίγ­κη­πες, βα­σι­λείς, αυ­το­κρά­το­ρες, εκ­παι­δευ­τι­κούς α­κόμη και κλη­ρι­κούς. Ας δούμε ό­μως πιο λε­πτο­με­ρώς τη στάση του Χρι­στι­α­νι­σμού α­πέ­ναντι σ’ αυτή την κί­νηση.

 

Η Ρω­μαι­ο­κα­θο­λική Εκ­κλη­σία

Η μα­σο­νία θε­ω­ρή­θηκε από τη Ρω­μαι­ο­κα­θο­λική Εκ­κλη­σία ως α­συμ­βί­βα­στη προς την χρι­στι­α­νική πί­στη. Ό πά­πας Κλή­μης IB‘ κατά το έ­τος 1738 α­φό­ρισε την ορ­γά­νωση αυτή. Το 1754 ο α­φο­ρι­σμός α­να­νε­ώ­θηκε. Α­κο­λού­θη­σαν δι­ω­γμοί και από μέ­ρους της Πο­λι­τείας. Στη Γαλ­λία ο μα­σο­νι­σμός συν­δέ­θηκε με την άρ­νηση του Θεού. Από μέ­ρους της μα­σο­νίας κα­τε­βλήθη προ­σπά­θεια α­πο­βο­λής της Εκ­κλη­σίας από την δη­μό­σια ζωή. Ο πά­πας Leo IG’ με την βούλα του Humanum Genus (1884), χα­ρα­κτή­ρισε τη μα­σο­νία ως αν­τι­εκ­κλη­σία, που ι­δρύ­θηκε από τη ζη­λο­φθο­νία του Δι­α­βό­λου, με ε­πί­κεν­τρο την έ­χθρα ε­ναν­τίον της Εκ­κλη­σίας. Κατά την πα­πική βούλα οι μα­σό­νοι θέ­λουν νά κα­τα­βι­βά­σουν το γάμο σε συ­νήθη συμ­βό­λαιο, να χω­ρί­σουν την Εκ­κλη­σία από την Πο­λι­τεία και να α­πω­θή­σουν τη χρι­στι­α­νική δι­δα­σκα­λία από τη δη­μό­σια ζωή. Ο Codex Juris Canonici, το Κα­νο­νικό Δί­καιο της Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κής Εκ­κλη­σίας (1917), προ­βλέ­πει για τους μα­σό­νους τον α­φο­ρι­σμό.

 

Μετά τήν Β΄ Σύ­νοδο του Βα­τι­κα­νού, το 1974, η Kogregatio Πί­στεως κα­θό­ρισε πως οι νό­μοι για τους μα­σό­νους ι­σχύ­ουν στην πε­ρί­πτωση που κά­ποιος προ­έβη πρά­γματι σε αν­τι­εκ­κλη­σι­α­στική ε­νέρ­γεια. Ό­μως η Γερ­μα­νική Ε­πι­σκο­πική Σύ­νο­δος κα­θό­ρισε το 1986 πως η ταυ­τό­χρονη συμ­με­τοχή στην Κα­θο­λική Εκ­κλη­σία και στη μα­σο­νία α­πο­κλεί­ε­ται. Ο νέος Codex Juris Canonici (1983) δεν α­να­φέ­ρε­ται ο­νο­μα­στικά στη μα­σο­νία, αλλά γε­νικά στη συμ­με­τοχή σε ε­ται­ρείες, που δρουν ε­ναν­τίον της Εκ­κλη­σίας.

 

Η Εκ­κλη­σία της Ελ­λά­δος

Στο θέμα της μα­σο­νίας η Εκ­κλη­σία της Ελ­λά­δος έ­λαβε ε­πί­σημη θέση και μά­λι­στα δύο φο­ρές. Κατ’ αρ­χήν η Σύ­νο­δος της Ι­ε­ραρ­χίας α­σχο­λή­θηκε με το θέμα αυτό κατά την συ­νε­δρία της 7ης Ο­κτω­βρίου 1933 και ε­ξέ­δωκε ει­δική «Πράξη» (Εκ­κλη­σία 48/1933, σ. 37-39).

 

Το κεί­μενο αυτό κά­νει λόγο περί «δι­ε­θνούς μυ­η­τι­κού ορ­γα­νι­σμού» καί «μυ­στα­γω­γι­κού συ­στή­μα­τος, ό­περ υ­πο­μι­μνή­σκει τας πα­λαιάς ε­θνι­κάς μυ­στη­ρι­α­κάς θρη­σκείας ή λα­τρείας, από των ο­ποίων κα­τά­γε­ται και των ο­ποίων συ­νέ­χειαν και α­να­βί­ω­σιν α­πο­τε­λεί». Το κεί­μενο α­να­φέ­ρε­ται σε μαρ­τυ­ρίες μα­σο­νι­κών κει­μέ­νων και κα­το­χυ­ρώ­νει τη θέση της «εκ των εν ταις μυ­ή­σε­σιν δρω­μέ­νων και τε­λου­μέ­νων».

 

Για την μύ­ηση του τρί­του βα­θμού α­να­φέ­ρε­ται πως α­πο­τε­λεί «δρα­μα­τι­κήν α­φή­γη­σιν του θα­νά­του του πά­τρω­νος της μα­σο­νίας Χι­ράμ και εί­δος τι μι­μη­τι­κής ε­πα­να­λή­ψεως του θα­νά­του τού­του. Ού­τως η Μα­σο­νία α­πο­δε­δει­γμέ­νως τυγ­χά­νει θρη­σκεία μυ­στη­ρι­ακή, ό­λως δι­ά­φο­ρος, χω­ρι­σμένη και ξένη της Χρι­στι­α­νι­κής θρη­σκείας».

 

Η Μα­σο­νία, λέ­γει στη συ­νέ­χεια το κεί­μενο, έ­χει θρη­σκευ­τι­κές τε­λε­τές, ό­πως το τε­κτο­νικό βά­πτι­σμα, ο τε­κτο­νι­κός γά­μος, το τε­κτο­νικό μνη­μό­συνο, τα εγ­καί­νια του τε­κτο­νι­κού ναού κ.ά. Έ­χει μυ­ή­σεις, τε­λε­τουρ­γικά τυ­πικά, δική της ι­ε­ραρ­χική τάξη, ε­ορ­τές η­λι­ο­στα­σίων, θρη­σκευ­τικά συμ­πό­σια και μπο­ρεί να κα­τα­τα­χθεί στο χώρο της θρη­σκευ­τι­κής φυ­σι­ο­λα­τρείας.

 

Η Ι­ερά Σύ­νο­δος κα­τη­γο­ρεί την μα­σο­νία για συγ­κρη­τι­σμό, πρά­γμα που ε­πι­βε­βαι­ώ­νει την κα­τα­γωγή της απο τα αρ­χαία ει­δω­λο­λα­τρικά μυ­στή­ρια, τα ο­ποία ε­δέ­χοντο στις μυ­ή­σεις των κάθε λά­τρη, ο­ποι­ου­δή­ποτε θεού. Με το να ζη­τεί η μα­σο­νία να συμ­πε­ρι­λά­βει στους κόλ­πους της ο­λό­κληρη την αν­θρω­πό­τητα, με την υ­πό­σχεση πως θα της προ­σφέ­ρει «η­θι­κο­ποί­η­σιν και τε­λει­ο­ποί­η­σιν και γνώ­σιν της α­λη­θείας, α­νυ­ψοί α­νε­παι­σθή­τως ε­αυ­τήν εις εί­δος τι υ­περ­θρη­σκείας, θε­ω­ρούσα πά­σας τας θρη­σκείας, μηδέ της χρι­στι­α­νι­κής τοι­αύ­της ε­ξαι­ρου­μέ­νης ως υ­πο­δε­ε­στέ­ρας αυ­τής. Ύ­πο­τρέ­φει δε ούτω εις τους μύ­στας αυ­τής τό φρό­νημα, ότι μό­νον εν τοις μα­σο­νι­κοίς ερ­γα­στη­ρί­οις γί­νε­ται η κα­τερ­γα­σία και λεί­αν­σις του α­ξέ­στου και α­κα­τερ­γά­στου λί­θου».

 

Οι α­ξι­ώ­σεις της μα­σο­νίας περί υ­περ­θρη­σκείας α­πο­δει­κνύ­ον­ται και από το γε­γο­νός ότι δη­μι­ουρ­γεί μια α­δελ­φό­τητα, την ο­ποία θε­ω­ρεί ότι ε­ξυ­ψώ­νε­ται πάνω από κάθε άλλη που βρί­σκε­ται έξω, α­κόμη κι αν πρό­κει­ται για χρι­στι­α­νική, ως α­δελ­φό­τητα που α­πο­τε­λεί­ται από βέ­βη­λους. Με τη μα­σο­νική μύ­ηση ο χρι­στι­α­νός γί­νε­ται α­δελ­φός του μυ­η­μέ­νου ο­θω­μα­νού ή βου­δι­στή ή ο­ποι­ου­δή­ποτε ορ-θο­λο­γι­στή, ενώ ο χρι­στι­α­νός που δεν έ­χει μυ­η­θεί στη μα­σο­νία λο­γί­ζε­ται γι’ αυ­τόν βέ­βη­λος.

 

Αν­τί­θεση προς τή χρι­στι­α­νική πί­στη συ­νι­στά ε­πί­σης και η φυ­σική η­θική, που υι­ο­θε­τεί­ται από τη μα­σο­νία. Η χρι­στι­α­νική πί­στη πε­ρι­ο­ρί­ζει τον αν­θρώ­πινο λόγο στα ό­ρια της θείας ά­πο­κα­λύ­ψεως και ο­δη­γεί στον α­γι­α­σμό ώς α­πο­τέ­λε­σμα της χά­ρι­τος τοΰ Θεοΰ. Αν­τί­θετα η μα­σο­νία στη­ρί­ζει το η­θικό της οι­κο­δό­μημα «επί μό­νων των φυ­σι­κών δυ­νά­μεων του αν­θρώ­που, προς φυ­σι­κούς ό­λως κατα-τεί­νουσα σκο­πούς».

 

Η «Πρά­ξις» της Ι­ε­ραρ­χίας α­να­φέ­ρε­ται στην κα­τα­δι­κα­στική στάση της Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κής Εκ­κλη­σίας και των Προ­τε­σταν­τι­κών  Oμολογιών και μνη­μο­νεύει την σχε­τική α­να­φορά της «Δι­ορ­θο­δό­ξου Ε­πι­τρο­πής» που συ­νήλθε στο Ά­γιον Ό­ρος και χα­ρα­κτή­ρισε τη μα­σο­νία «ως σύ­στημα αν­τι­χρι­στι­α­νι­κόν και πε­πλα­νη­μέ­νον». Κατά την θέση που πήρε ο τότε Αρ­χι­ε­πί­σκο­πος της Ελ­λά­δος Χρυ­σό­στο­μος, και η ο­ποία υ­πο­γραμ­μί­ζε­ται στην «Πρά­ξιν», κλη­ρι­κοί που με­τέ­χουν της μα­σο­νίας εί­ναι ά­ξιοι κα­θαι­ρέ­σεως.

 

Η α­πό­φαση αυτή της Ι­ε­ραρ­χίας της Εκ­κλη­σίας της Ελ­λά­δος α­να­νε­ώ­θηκε με μία νέα, που ε­λή­φθη κατά την 28ην Νο­εμ­βρίου 1972 και χα­ρα­κτη­ρί­σθηκε «αυ­θεν­τικό κεί­μενο αυ­τής». Γι’ αυτό και η Ι­ε­ραρ­χία «εμ­μέ­νει α­πο­λύ­τως εις τα εν τη Πρά­ξει ο­ρι­ζό­μενα περί Μα­σο­νίας. Δι­α­κη­ρύσ­σει και αύ­θις ότι η Μα­σο­νία εί­ναι α­πο­δε­δει­γμέ­νως θρη­σκεία μυ­στη­ρι­ακή, προ­έ­κτα­σις των πα­λαιών ει­δω­λο­λα­τρι­κών θρη­σκειών, ό­λως ξένη και αν­τί­θε­τος προς την εξ α­πο­κα­λύ­ψεως σω­τη­ρι­ώδη α­λή­θειαν της Α­γίας η­μών Εκ­κλη­σίας. Δι­α­δη­λοί κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κώς ότι η ι­δι­ό­της του Μα­σό­νου υπό οι­αν­δή­ποτε μορ­φήν εί­ναι α­συμ­βί­βα­στος προς την ι­δι­ό­τητα του χρι­στι­α­νού μέ­λους του Σώ­μα­τος του Χρι­στού».

 

Η νέα αυτή α­πό­φαση μνη­μο­νεύει και ε­παι­νεί την υπ’ α­ριθ. 260/1.12.1969 α­πό­φαση του Πο­λυ­με­λούς Πρω­το­δι­κείου Α­θη­νών, με την ο­ποία η μα­σο­νία κα­τε­δι­κά­σθη «ως θρη­σκεία μυ­στική, μη γνω­στή», κα­θώς και την α­να­κοί­νωση της Ι­ε­ράς Συ­νό­δου, που δη­μο­σι­εύ­θηκε στη «Φωνή του Κυ­ρίου» (13.5.1970), ό­που η μα­σο­νία στη­λι­τεύ­ε­ται ως θρη­σκεία.

 

Κλεί­νον­τες το θέμα περί μα­σο­νίας, πα­ρα­τη­ρούμε πως κατά τον ι­σχυ­ρι­σμόν των μα­σό­νων, του­λά­χι­στον του «κα­νο­νι­κού συ­στή­μα­τος», η μα­σο­νία δεν εί­ναι θρη­σκευ­τική κί­νηση και δεν δι­α­θέ­τει δι­ε­θνείς ι­ε­ραρ­χι­κές δο­μές. Αλλά α­κόμη κι’ αν αυτό αν­τα­πο­κρί­νε­ται στην πρα­γμα­τι­κό­τητα, το μα­σο­νικό οι­κο­δό­μημα δεν συμ­βι­βά­ζε­ται με τη χρι­στι­α­νική πί­στη.

 

Κατ’ αρ­χήν υ­πο­γραμ­μί­ζε­ται ότι το τε­λε­τουρ­γικό α­πο­τε­λεί εί­δος εμ­πει­ρίας πνευ­μα­τι­κής εμ­βά­θυν­σης και προ­σω­πι­κού «ε­ξευ­γε­νι­σμού», με­τα­τρο­πής του «λί­θου» από την κα­τά­σταση του «α­κα­τέρ­γα­στου» σε «κα­τερ­γα­σμέ­νου», δη­λαδή της «προ­σω­πι­κής τε­λει­ώ­σεως». Αλλά αυ­τός ο δρό­μος της μα­σο­νίας εί­ναι αν­τί­θε­τος με τον χρι­στι­α­νικό.

 

Η μα­σο­νική εμ­πει­ρία δεν ο­δη­γεί τον άν­θρωπο πέρα από την εμ­πει­ρία του ε­αυ­τού του ή της κοι­νω­νίας των «α­δελ­φών». Δεν ξε­περ­νάει την κτι­στή πρα­γμα­τι­κό­τητα και εγ­κα­τα­λεί­πει τον άν­θρωπο μόνο. Για τον χρι­στι­ανό δεν υ­πάρ­χει τε­λεί­ωση έξω από τη συμ­με­τοχή του στη ζωή του Θεού «εν Χρι­στώ Ι­η­σού». Η α­γι­ό­τητα α­νή­κει στον Χρι­στό («είς ά­γιος») και κατ’ ε­πέ­κταση και σε ε­κεί­νους που με­τέ­χουν της ζωής του Χρι­στού. Εί­ναι α­γι­ό­τητα «κατά με­το­χήν» και όχι α­νε­ξάρ­τητη από τη χρι­στι­α­νική πί­στη και από το φρό­νημα του Χρι­στού.

 

Κατά την χρι­στι­α­νική πί­στη δεν μπο­ρεί να υ­πάρ­χει α­δελ­φι­κός σύν­δε­σμος χω­ρίς το «Πνεύμα της υι­ο­θε­σίας», ούτε η­θική χω­ρίς δό­γματα. Ε­ξάλ­λου δεν υ­πάρ­χει «κο­σμο­θε­ω­ρία των δέκα εν­το­λών», χω­ρίς τη σύν­δεση με την δι­δα­σκα­λία της Πα­λαιάς και της Και­νής Δι­α­θή­κης και προ παν­τός χω­ρίς α­να­φορά στο πρό­σωπο του Ι­η­σού Χρι­στού. Ο χρι­στι­α­νός δεν α­πο­βλέ­πει στην «πνευ­μα­τική ζωή» ως α­πο­τέ­λε­σμα αν­θρω­πί­νων προ­σπα­θειών, αλλά στην α­γι­ο­πνευ­μα­τική ζωή, που εί­ναι δώρο του Θεού.

 

Με το ά­γιο βά­πτι­σμα προσ­λαμ­βά­νε­ται ο πι­στός στο Σώμα του Χρι­στού και γί­νε­ται «είς εν Χρι­στώ» με όλα τα άλλα μέλη του ί­διου Σώ­μα­τος· γί­νε­ται «μέ­λος εκ μέ­ρους». Δεν μπο­ρεί να δε­χθεί τη μα­σο­νική μύ­ηση και την αν­τί­ληψη πως αυτή τον ο­δη­γεί πέρα από το χώρο του «βέ­βη­λου» και τον κα­θι­στά πνευ­μα­τικό α­δελφό με τον πι­στό του Ισ­λάμ ή ό­ποιας θρη­σκείας.

 

Ε­μείς οι χρι­στι­α­νοί πι­στεύ­ουμε πως γι­νό­μα­στε παι­διά του Θεού μόνο ό­ταν λά­βουμε το πνεύμα της υι­ο­θε­σίας, διά του ο­ποίου εν­τασ­σό­μα­στε στο Σώμα του Χρι­στού με το ά­γιο βά­πτι­σμα (Γαλ. γ’ 26). Μόνο τότε γι­νό­μα­στε «κατ’ ε­παγ­γε­λίαν κλη­ρο­νό­μοι»· το Ά­γιο Πνεύμα, που ο­νο­μά­ζε­ται και «Πνεύμα Χρι­στού», «συμ­μαρ­τυ­ρεί τω πνεύ­ματι η­μών ότι ε­σμέν τέ­κνα Θεού. Ει δε τέ­κνα, και κλη­ρο­νό­μοι, κλη­ρο­νό­μοι μεν Θεού, συγ­κλη­ρο­νό­μοι δε Χρι­στού» (Ρωμ. η’ 17). Το να α­ξι­ο­λο­γή­σει κα­νείς τη μα­σο­νική μύ­ηση πάνω από το χρι­στι­α­νικό βά­πτι­σμα, α­πο­τε­λεί βλα­σφη­μία ε­ναν­τίον του Α­γίου Πνεύ­μα­τος.

 

Η μα­σο­νία δεν συν­δέει τις η­θι­κές α­ξίες, τις ο­ποίες κη­ρύτ­τει με μία συγ­κε­κρι­μένη πί­στη σε Θεό. Η περί Θεού ει­κόνα («Μέ­γας Αρ­χι­τέ­κτων του Σύμπαντος») προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται εν­τε­λώς υ­πο­κει­με­νικά, από τον κα­θένα μα­σόνο, α­νά­λογα με τις προ­σω­πι­κές του θρη­σκευ­τι­κές πε­ποι­θή­σεις. Η κα­τα­νό­ηση του αν­θρώ­που και της ζωής, ό­πως άλ­λω­στε και η περί Θεού αν­τί­ληψη, ξε­περ­νούν τα ό­ρια μιας συγ­κε­κρι­μέ­νης πί­στης. Κατ’ αυ­τόν τον τρόπο η χρι­στι­α­νική πί­στη σχε­τι­κο­ποι­εί­ται και ε­ξι­σώ­νε­ται α­ξι­ο­λο­γικά με την πί­στη του Ισ­λάμ, με το βουδ­δι­σμό κ.ο.κ. Ό­ποιος ζει «σω­στά», λο­γί­ζε­ται και «σω­στός» α­πέ­ναντι στο Θεό.

 

Η θέση αυτή δεν ταυ­τί­ζε­ται με την δι­δα­σκα­λία της χρι­στι­α­νι­κής α­γίας Γρα­φής και με την πί­στη στον Τρι­α­δικό Θεό. Εδώ η χρι­στι­α­νική Βί­βλος δεν εί­ναι πλέον η μο­να­δική Θεία α­πο­κά­λυψη· ε­να­λάσ­σε­ται με το Κο­ράνι, τις Βέ­δες κ.ο.κ. Εί­ναι «ένα» από τα πολλά «ι­ερά βι­βλία»! Η χρι­στι­α­νική πί­στη δέν εί­ναι η μόνη και βε­βαία ο­δός σω­τη­ρίας, αλλά μία από τις πολ­λές «α­τρα­πούς». Ό­λες οι θρη­σκείες ο­δη­γούν «στον ί­διο σκοπό». Μ’ αυτό τον τρόπο τα εί­δωλα γί­νον­ται αν­τα­νά­κλαση της «μιας θε­ό­τη­τας», του «Με­γά­λου Αρ­χι­τέ­κτονα του Σύμπαντος», ο ο­ποίος εί­ναι «α­νοι­κτός» για ό­λες τις θε­ό­τη­τες. Εδώ πλέον δεν ι­σχύει η φράση, που α­να­φέ­ρε­ται στον Ι­η­σού Χρι­στό: «εν αυτώ κα­τοι­κεί παν το πλή­ρωμα της θε­ό­τη­τος σω­μα­τι­κώς». Ο α­πό­στο­λος το υ­πο­γράμ­μισε αυτό για να προ­φυ­λά­ξει τους πι­στούς από την ψευδή σο­φία. Γι’ αυτό και α­να­φέ­ρει προ­η­γου­μέ­νως: «Προ­σέ­χετε μή­πως σας πα­ρα­σύ­ρει κα­νείς με τη φι­λο­σο­φία και με κού­φια α­πα­τηλά πρά­γματα, κατά την πα­ρά­δοση των αν­θρώ­πων, κατά τα στοι­χεία του κό­σμου και όχι κατά Χρι­στόν» (Κολ. β’ 8-9).

 

Απ’ όσα α­να­φέ­ρωμε γί­νε­ται σα­φές ότι η Μα­σο­νία εί­ναι α­συμ­βί­βα­στη με τη Χρι­στι­α­νική πί­στη και την ι­δι­ό­τητα του Ορ­θο­δό­ξου Χρι­στι­α­νού. Ι­δι­αί­τερα ε­πι­ση­μαί­νουμε τον κίν­δυνο δι­α­βρώ­σεως του ποι­μαν­τι­κού έρ­γου και α­κυ­ρώ­σεις του μη­νύ­μα­τος του Ευ­αγ­γε­λίου και της εν Χρι­στώ ελ­πί­δος.

 

Η Μα­σο­νία ό­πως και άλ­λες α­πο­κρυ­φι­στι­κές ο­μά­δες εγ­κα­τα­λεί­πουν τον άν­θρωπο εν­τε­λώς μόνο, στην προ­σπά­θειά του να βρει το α­λη­θινό νό­ημα της ζωής και να το πρα­γμα­τώ­σει. Αυτό εί­ναι δυ­να­τόν μό­νον διά της θείας χά­ρι­τος, διά της δω­ρεάς τοΰ Χρι­στού. Ο λό­γος του Κυ­ρίου «ου­δείς έρ­χε­ται προς τον πα­τέρα ει μη δι’ ε­μού» (Ι­ωάν. ιδ’ 6) βρί­σκει εδώ πλήρη ε­φαρ­μογή.

 

 

5 Σχόλια
  • evav 28 Οκτωβρίου 2016

    Ας συγκρίνουμε τους θανάτους που έκανε η Μασονία στην ανθρωπότητα με τους θανάτους που έκανε ο Χριστιανισμος για να εγκαταστήσει την «εξ αποκαλυψεως αλήθεια…»Γέλασα, Γέλασα…

    0

    0
    • Takis 29 Οκτωβρίου 2016

      Αν και υπαρχει μια μεγάλη αληθεια σε αυτο που λες, εδω το θέμα μας δεν είναι μια κόντρα χριστιανισμού και τεκτονισμού. Ο τεκτονισμός δεν ειναι θρησκεία και ούτε προσπαθει να ανταγωνιστει καμία θρησκεια. Πόσο μάλλον που στον τεκτονισμό απαγορευεται ρητώς και δια «ροπάλού» ο προσηλυτισμός. Όποιος χτυπήσει την πόρτα του τεκτονισμού το κάνει ως ενας ελέυθερος άνθρωπος ο οποίος βρίσκεται σε αναζήτηση του φωτός και ο οποίος σε μια κατασταση απελπισίας εναποθέτει την ελπίδα του στον Θεό.

      0

      0
  • Takis 26 Οκτωβρίου 2016

    Για περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με διακεκριμένους Έλληνες τέκτονες, επισκευθείτε το ακόλουθο Link. Θα διαπιστώσετε ότι πολλοί από αυτούς ήταν μητροπολίτες, ακόμη και Οικουμενικοί Πατριάρχες.
    http://www.grandlodge.gr/index_print.php?cat=68014&print=2

    0

    0
  • Takis Apostolopoulos 25 Οκτωβρίου 2016

    Ο τεκτονισμός δεν είναι θρησκεία και ως εκ τούτου θα ήταν λάθος να συμμετέχει οποιαδήποτε μασόνος σε έναν τέτοιο διάλογο.

    Ως προς τα λοιπά με όλο τον σεβασμό στον πατέρα Δημήτριο Κωστόπουλο τον οποίο εκτιμώ ιδιαιτέρως, δεν έχουν καμία επαφή με την πραγματικότητα. Αν τόσο απλά απαντάται το σύνολο της μασονικής αδελφότητας ισχύουν δυο εκδοχές.

    Η ο τεκτονισμός δεν έχει μυστικά και ως εκ τούτου ο Πατήρ Δ.Κωστοπουλος αντλεί τις γνώσεις του από συγγραφικές πηγές η ο ίδιος έχει μυηθεί στον τεκτονισμο και γνωρίζει εκ των έσω αυτά που γνωρίζουμε εμείς οι μασόνοι και τα οποία έχουμε πάρει όρκους να μην αποκαλύψουμε!

    Προφανώς δεν συμβαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Απλώς η εκκλησία για λόγους που η ίδια μόνο γνωρίζει έχει αποφασίσει να τηρεί μια στάση μίσους απέναντι στον τεκτονισμο.

    Ας είναι!

    Με εκτίμηση,
    Τάκης Αποστολοπούλος
    Μασόνος και φυσικά Χριστιανός Ορθόδοξος

    0

    0

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.