Φρυκτωρίες (Ναυπλιώτικο διήγημα του Γιώργου Ρούβαλη)

nafplio-1900

 

του Γιώργου Ρούβαλη

του Γιώργου Ρούβαλη

Στο Ναύπλιο έρχονταν πολύ συχνά τότε, αρχές του αιώνα, λυρικοί θίασοι και μας διασκέδαζαν. Συνήθως ήταν Ιταλοί, αλλά υπήρχαν και Γάλλοι και Γερμανοί και Έλληνες. Το 1900 ας πούμε, Ιανουάριο, είχαμε το μαέστρο Forani, το βαρύτονο Blasi, το μπάσσο Marcucci και την πριμαντόνα Lurchesi, που τραγουδούσαν τη Δύναμη του Πεπρωμένου, τους Μποέμ και το Ριγολέττο, ενώ ο Αποστόλου, ο διασημότερος Έλληνας τενόρος τραγουδούσε τον ίδιο χρόνο στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

 

Έπαιζαν λοιπόν τα όργανά τους και τραγουδούσαν στο θέατρο Τριανόν και στα καφενεία της παραλίας. Άριες από όπερες, ναπολιτάνικες καντσονέτες, τραγούδια της μόδας, lieder.

 

Γύρω στο 1902 κατέφθασε και ο θίασος του Antonio Crantonelli. Ήταν πεντέξη: ένας τενόρος, ο ίδιος ο Κραντονέλλης, ένας βαρύτονος, δύο τραγουδίστριες, κάνα-δυο μουσικοί, βιολιτζήδες και μια πολύ ταλαιπωρημένη κοπέλα, η Ιουλία Τζιορντανέλλι, ωχρή, αδύνατη, στο τελευταίο στάδιο της φυματίωσης. Τις πρώτες μέρες την είχε δει και την ερωτεύτηκε ο Τάκης Μακρυπουκάμισος από την Πυργέλα, αρχοντόπουλο κι ωραίο παιδί, ψηλό κι ευγενικό. Όλο στο θέατρο ξημεροβραδιαζόταν και με την άμαξά του, τη βικτώρια να την πηγαίνει περιπάτους. Η αρρώστια της Ιουλίας διέκοψε αυτό το ειδύλλιο. Ο πατέρας του παιδιού του απαγόρευσε να την ξαναδεί, έτρεμαν όλοι τότε τη φθίση. Αυτός, τρελλός και παλαβός. Αφού έδωσε δυο-τρεις παραστάσεις, το κορίτσι έκανε συνέχεια αιμοπτύσεις και δεν μπορούσε να συνεχίσει. Ο γιατρός που την εξέτασε, ο Δεικτάς –πολύ πονόψυχος, γι’ αυτό και πέθανε πάμφτωχος κι εκείνος, αφού όμως είχε ευεργετήσει ένα σωρό κόσμο– της υπέδειξε να σταματήσει το τραγούδι, που την καταπονούσε περισσότερο.

 

Μάλιστα, επειδή το κλίμα το δικό μας ήταν πολύ υγρό, απ’ το βαλτοτόπο ολόγυρα, της συνέστησε να πάει να μείνει πάνω στο λόφο του Προφήτη Ηλία, που είχε πιο υγιεινό αέρα, εκεί ψηλά. Πήγε λοιπόν να μείνει σ’ ένα καλύβι που υπήρχε κοντά στο εκκλησάκι του Άη-Λιά, με μια καντηλανάφτισσα που ζούσε εκεί πέρα και που την πρόσεχε. Οι Ιταλοί έδιναν όλοι απ’ το υστέρημά τους λεφτά για τη διατροφή της, της αγόραζαν και της πήγαιναν τα τρόφιμα. Είχαν πολύ την έννοια της, ιδίως ο Κραντονέλλης. Πήγαινε κρυφά κι ο Τάκης να την δει.

 

Η καημένη όμως η κοπέλα δεν ήταν για πολλά. Είχαν συμφωνήσει αν τυχόν σβήσει, ν’ ανάψουν μια φωτιά στην κορυφή του λόφου, να το μάθουν οι από κάτω, Φρυκτωρίες, έλεγαν αυτά τα σινιάλα οι αρχαίοι κι έτσι συνεννοούντο τότε.

 

Ένα βράδυ λοιπόν του Αυγούστου, ολόγιομο το φεγγάρι, λάδι η θάλασσα, που έπαιζε η ορχήστρα στην παραλία στο καφενείο του Δάναινα και τραγουδούσαν οι Ιταλοί, βλέπουν από μακριά μια φωτιά στον κορυφή του Άη-Λια. Όσο παίζαν τα βιολιά τους είχαν και το μάτι τους μισό προς την κορφή, στον ορίζοντα.

 

Ξαφνικά έσβησε ο ήχος της μουσικής κι οι χαρούμενες νότες, βουβάθηκαν οι φωνές και οι τρίλιες. Η καημένη η Ιουλία είχε ξεψυχήσει, έτσι δήλωνε η φωτιά που φούντωνε από μακριά. Αμέσως διαλύθηκε η διασκέδαση, μάζεψαν τα όργανα οι μουζικάντηδες κι εκείνο το βράδυ και την επομένη, ημέρα της κηδείας της άτυχης Ιουλίας, οι Ιταλοί δεν ξανατραγούδησαν…

 

Ο Τάκης είχε σπαράξει στο κλάμα. Ανέβηκε στην Ακροναυπλία και πήγε να ριχτεί στο κενό. Τον συγκράτησε την τελευταία στιγμή ο ξάδελφός του. Πήρε και της έφτιαξε ένα μαρμάρινο τάφο με προτομή.

 

Αν πας στο νεκροταφείο, εκεί θα την δεις σκαλισμένη στο μάρμαρο, Ιουλία Τζορντανέλλι 1877-1902, αοιδός. Κι από κάτω ένα δίστιχο:

«Κρίνος προώρως μαραθείς
άσμα εξαίσιον διακεκκομμένον…»

 

_____________

Από τη Συλλογή «Αναζητώντας τη Σαλώμη», Στοχαστής 2010

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Content is protected !!