Τα 4 τελωνεία του Άργους και η φορολογία στους χωριάτες – Το κίνημα …«Δεν πληρώνω» από τους Καρυώτες

2 Likes
16 Shares
0 Comments

Κείμενο του Κώστα Κατσένη στην εφημερίδα “Καρυά” (Οκτώβριος 2011)

 

Πριν τον πόλεμο του 1940 ο Δήμος του Άργους για να μαζέψει χρήματα για τα έξοδά του έπρεπε να φορολογεί όσους έφερναν ο,τιδήποτε εμπορεύσιμο που θα το πουλούσαν μέσα στην πόλη. Για το σκοπό αυτό είχε γύρω από το Άργος στήσει 4 παράγκες. Μια στις Πορτίτσες, μια στον Ξεριά, μια στον Άγιο Βασίλη και μια στην Παναγία. Τις παράγκες αυτές τις έβγαζε στη δημοπρασία. Όποιος την έπαιρνε (ξεχωριστά η κάθε μία) θα εισέπραττε το φόρο για λογαριασμό του, τα επόμενα τρία χρόνια.

 

Τα εισερχόμενα εμπορεύματα, προ παντός στο φόρο στις Πορτίτσες ήταν… φτωχοδουλειές. Από το φόρο στις Πορτίτσες περνούσαμε όλοι οι Καρυώτες. Ο πόλεμος ήλθε. Οι γερμανο-Ιταλοί έφθασαν στο Άργος και μαζί μ’ αυτούς ήλθε η φτώχεια και η τρομερή πείνα που έχει μείνει στην ιστορία ως «η πείνα του 1941».

 

Εμείς οι Καρυώτες είχαμε λίγο σιτάρι, λίγο κρασί, αρκετά άγρια λαχανικά, καμιά γίδα, προβατίνα, γουρούνα και βολευτήκαμε, πολύ φτωχικά, από φαγοπότι. Ελιές δεν υπήρχαν τότε στην Καρυά κι έτσι δεν υπήρχε λάδι, δεν είχαμε αλάτι, πετρέλαιο για το λυχνάρι κ.λπ. Τα ρούχα και τα παπούτσια μας είχαν το ένα μπάλωμα απάνω στο άλλο. Η μάνα χρειαζόταν κλωστή για να μπαλώσει τα αμέτρητα μπαλώματα. Το ίδιο και για τα παπούτσια ή τσαρούχια. Για να αγοράσουμε τα ανωτέρω χρειαζόμασταν χρήματα. Γι’ αυτό αρχίσαμε να πουλάμε καυσόξυλα.

 

Κάθε Τετάρτη και Σάββατο στις 3 η ώρα τα μεσάνυχτα φορτώναμε τα μουλάρια με ξύλα και ξεκινάγαμε για το Άργος. Όταν φτάναμε στις Πορτίτσες, εκεί ήταν ο φορατζής και εισέπραττε τον φόρο που αυτός μόνος του είχε κανονίσει. Αδιαφορούσε σε πια τιμή εμείς θα πουλάγαμε τα ξύλα, το αρνί, το κατσίκι ή το γουρουνόπουλο. Δεν έφτανε μόνο αυτό αλλά ο τρομερός πληθωρισμός είχε φέρει τέτοια αλλαγή που ο φορατζής είχε νοικιάσει την παράγκα για π.χ. 1000 δρχ. το χρόνο. Είχε υπογράψει συμφωνητικό με το Δήμο και μόνο αυτά ήταν υποχρεωμένος να πληρώνει. Τις 1000 δρχ. όμως τις εισέπραττε από ένα μουλαροφόρτι ξύλα.

 

Αυτό το πληροφορηθήκαμε εμείς οι Καρυώτες και αποφασίσαμε να μην πληρώσουμε το φόρο. Ένας από τους γεροντότερούς μας, δεν θυμάμαι ποιος, έριξε τα σχέδια. Όταν φτάναμε 30-40 μέτρα πριν την παράγκα σταματούσαμε για να συγκεντρωθούμε όσο το δυνατόν περισσότεροι, σχεδόν όλοι. Τότε αμολάγαμε τα μουλάρια, περίπου 100 μουλαροφόρτια και μεις με τις μαγκούρες από πίσω κάναμε γιούργια και περνάγαμε την παράγκα φωνάζοντας «Δεν πληρώνουμε, δεν πληρώνουμε».

 

Ο φορατζής έτρεχε από πίσω και μας φοβέριζε «θα σας πιάσω, θα σας κλείσω φυλακή» και πολλές τέτοιες φοβέρες. Εμείς του απαντούσαμε «Κάνε ότι θέλεις εμείς δεν πληρώνουμε». Αρκετές φορές μας είχε πιάσει μέσα στο Άργος, μεμονωμένους και μας είχε φοβερίσει ότι “θα πάω στην αστυνομία, θα σας κλείσω φυλακή”.

 

Τις περισσότερες φορές (που μας φοβέριζε) αστυνομικοί ήταν εκεί πλησίον αλλά ποτέ του δεν μας ανέφερε. Ήξερε ότι ήταν μεγαλύτερος παραβάτης από εμάς.

Κωτσιο-Κατσένης

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.