«Σε γνωρίζω από την όψη…» (του Χρυσοβαλάντη Μπούτσικου)

του Χρυσοβαλάντη Μπούτσικου

του Χρυσοβαλάντη Μπούτσικου

Στην αρχαία Αθήνα (Θουκυδίδης, 6.27.1-6.29.3), όταν λίγο πριν την έναρξη της σικελικής εκστρατείας (415 π.Χ.) βρέθηκαν βεβηλωμένες ένα πρωί οι μαρμάρινες στήλες του Ερμή, προκλήθηκε αναστάτωση στην πόλη. Το γεγονός θεωρήθηκε ως ανοσιούργημα, ορισμένοι το εξέλαβαν ως αρνητικό οιωνό για την επικείμενη στρατιωτική επιχείρηση, ενώ κάποιοι άλλοι θεώρησαν πως ήταν η κατάλληλη στιγμή, για να στοχοποιήσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους και να ξεμπερδέψουν με δαύτους. Σε γενικές γραμμές η πόλη κινητοποιήθηκε και οι αρχές ασχολήθηκαν σοβαρά με το θέμα (καὶ τὸ πρᾶγμα μειζόνως ἐλάμβανον).

 

Ασφαλώς, κανείς δεν περιμένει σήμερα τέτοιο υψηλό βαθμό συλλογικής αφοσίωσης για τα μνημεία που κοσμούν τους δημόσιους χώρους. Στην πλειοψηφία τους αυτά δεν απεικονίζουν θεότητες ούτε η παρουσία τους είναι συνδεδεμένη με δεισιδαιμονίες και λοιπές (παρα)θρησκευτικές αναφορές. Ωστόσο, ανάμεσα στον κοινοτικό συναγερμό της αρχαίας Αθήνας και στη σημερινή πλήρη απαξίωση των μνημείων απλώνεται ένα μάλλον αγεφύρωτο ιδεολογικό χάσμα.

 

Πρόσφατα ο Δήμαρχος Αθηναίων εκδήλωσε ενδιαφέρον για τη διάσωση των μνημείων της Αθήνας που εκτίθενται σε δημόσιους χώρους και τα οποία κατά καιρούς έχουν υποστεί φθορές – κάποιες είναι δυστυχώς ανεπανόρθωτες. Φτάνουμε έτσι ως κοινωνία στο σημείο εκείνο που οι κοινωνιολόγοι ίσως αποκαλούσαν ως σύνδρομο αυτο-αναίρεσης. Μια κοινότητα αποφασίζει να εκθέσει σε δημόσια θέα καλλιτεχνικά έργα που απεικονίζουν ιστορικές προσωπικότητες κοινής αναφοράς. Μάλιστα, στα έργα αυτά προσδίδει συμβολικό κεφάλαιο σε μια προσπάθεια να συσπειρώσει ακόμα περισσότερο την κοινότητα. Και στο τέλος η ίδια η κοινότητα που κατασκεύασε το ιδεολογικό αυτό σύμπαν αξιών, αποφασίζει κάποια στιγμή να το αποδομήσει με τον πλέον απαξιωτικό τρόπο.

 

Ενδεχομένως να σκεφτεί κανείς ότι ο χρόνος διαφοροποιεί τα αξιακά συστήματα και ότι κατά συνέπεια αυτό που χθες αντιμετωπιζόταν ως ιερό και απαραβίαστο, σήμερα υποβαθμίζεται στη συνείδηση των ανθρώπων. Υπάρχουν πολλά αντιπροσωπευτικά παραδείγματα τέτοιας ιδεολογικής αποκαθήλωσης που αμφισβήτησαν με βίαιο συχνά τρόπο το κατεστημένο.

 

Άλλοι ενοχοποιούν τη διαχρονική δυσφορική σχέση που αναπτύσσει ο Νεοέλληνας με τη δημόσια περιουσία. Συχνά – σε βαθμό που τείνει να διαμορφωθεί σε απαράβατο κανόνα – βανδαλίζουμε με μια ανεξήγητη αυταρέσκεια εναντίον του δημόσιου χώρου. Όλοι μας ανεξαιρέτως. Τα σπίτια μας λαμποκοπάνε από την υπερβολική χρήση των χημικών απολυμαντικών και απορρυπαντικών παρασκευασμάτων, τα οποία με θρησκευτική ευλάβεια προμηθευόμαστε, αλλά με υποδειγματική άνεση γράφουμε τα ονοματεπώνυμά μας, τα I LOVE YOU και τα LOVE FOR EVER μας, τα ψηφιακά αρχικά μας και ό,τι άλλο μπορεί να συνοδεύει τις ακόρεστες εμμονές μας πάνω στους τοίχους και στις επιφάνειες εκείνες που τυχαίνει να μην ανήκουν στην ιδιοκτησία μας. Ρωτήστε π.χ. τους φοιτητές για τη διαφορά ανάμεσα στο διάδρομο του σπιτιού τους και στο διάδρομο της σχολής τους, τους φαντάρους για τη διαφορά ανάμεσα στη λεκάνη της μάνας τους και στη λεκάνη του στρατοπέδου, τους εκπαιδευτικούς για τη διαφορά ανάμεσα στο τραπέζι της κουζίνας τους και τα θρανία των μαθητών τους.

 

Το ζητούμενο είναι πως η καταστροφή των εν λόγω μνημείων αποτελεί πολύπλευρη ζημία. Πρώτιστα, είναι μια καλλιτεχνική απώλεια. Άσχετα από την επιλογή του χώρου όπου εκτίθενται, συνιστούν αυτοτελή καλλιτεχνικά έργα με δεδομένη αισθητική αξία. Παράλληλα, ενσαρκώνουν ένα άρρητο κοινωνικό συμβόλαιο. Υποτίθεται πως τα απεικονιζόμενα πρόσωπα εκπροσωπούσαν σε υψηλό βαθμό κάποιες κοινά αποδεκτές αρχές, για τις οποίες η κοινότητα ένιωσε την ανάγκη να αποτίσει αέναο φόρο τιμής. Η μετέπειτα βεβήλωσή τους αποκαλύπτει κρυφές ιδεολογικές ασυμφωνίες και προκαλεί ένα είδος ιδεολογικής ασυνέχειας. Τέλος, ενδέχεται η καταστροφή των μνημείων να αποτελεί κάποτε και μορφή έκφρασης ταξικών συγκρούσεων, με την έννοια ότι η θεσμοθέτηση μνημειακών χώρων αποτελεί πάντα προνομιακό πεδίο έκφρασης της άρχουσας τάξης και σπάνια των λαϊκών στρωμάτων.

 

Τελικά, η προσβολή των μνημειακών χώρων δεν είναι ίσως τίποτα περισσότερο από χαρακτηριστικό δείγμα της ευρύτερης απαξίωσης της κοινωνικής και πολιτικής μας οργάνωσης. Η καταστροφή ως μονομερής επιλογή, όμως, ξεσκεπάζει και την όψη μιας κοινωνίας που νοσεί. Είναι, μάλιστα, ειρωνικό το ότι η συστηματική αυτή αποδόμηση διενεργείται σε μια περίοδο γενικευμένης ηθικής αποσύνθεσης και οικονομικής δυσπραγίας και όταν την ίδια στιγμή η κοινή γνώμη π.χ. ανατριχιάζει στο άκουσμα της είδησης της καταστροφής μνημείων πολιτισμού στην Παλμύρα από τους φανατικούς μαχητές του ISIS. Φανατισμός δεν είμαστε βέβαιοι ότι κρύβεται πίσω από την καταστροφή των αγαλμάτων στην Ελλάδα. Απαιδευσία όμως, σίγουρα ναι. Απαιδευσία και ασυγχώρητη ελαφρότητα για την οποία ως εκπαιδευτικοί οφείλουμε να νιώσουμε ντροπή και να προβληματιστούμε.

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.