Οι κυρίες στις Μπανιέρες (Χρονογράφημα του Γιώργου Ρούβαλη)

22 Likes
7 Shares
0 Comments
του Γιώργου Ρούβαλη

του Γιώργου Ρούβαλη

Εκτός από την πλαζ Αρβανιτιά, που βρίσκεται σε μια άκρη του λόφου της Ακροναυπλίας κάτω από το Παλαμήδι, το Ναύπλιο έχει και έναν άλλο τόπο για μπάνιο. Κάτω από τα τείχη στα Πέντε Αδέλφια βρίσκονται οι λεγόμενες Μπανιέρες. Πάνω στον Προμαχώνα κατεβαίνεις από μια πέτρινη πύλη που λέγεται Πόρτα Μαρίνα και βρίσκεσαι μπροστά σε ένα συγκρότημα λουτρών από μπετόν, που είναι οι Μπανιέρες.
Παλιότερα εκεί υπήρχε μόνο μια μικρή προβλήτα που λέγεται Γλώσσα, όπου έδεναν οι ψαράδες του Ψαρομαχαλά τις βάρκες τους. Τη δεκαετία του ’20 και σίγουρα του ’30 δύο αδέλφια ξυλουργοί, οι αδελφοί Κρίππα, έφτιαξαν ένα ξύλινο συγκρότημα λουτρών που εδραζόταν μέσα στη θάλασσα πάνω σε σιδηροδοκούς. Έχουμε φωτογραφίες εκείνης της εποχής και εκεί υπήρχαν καταρχήν θερμά και βέβαια θαλάσσια λουτρά. Οι ξύλινες αυτές μπανιέρες διατηρήθηκαν μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’50, ενώ το 1960 χτίστηκε με μπετόν το σημερινό κτίσμα. Μάλιστα έκαναν και μια μικρή ρηχή πισίνα δίπλα του για τα παιδιά, που όμως δεν τη χρησιμοποιούσαν, γιατί προτιμούσαν το κύριο κτίσμα. Εκεί τη δεκαετία του ’60 πηγαίναμε για μπάνιο όλη η οικογένειά μας και πάρα πολλοί άλλοι Αναπλιώτες, όχι μόνο από τον Ψαρομαχαλά και τα Πέντε Αδέλφια, αλλά από όλες τις γειτονιές και τα κοινωνικά στρώματα. Υπήρχε μια ατμόσφαιρα ευθυμίας, από το ραδιόφωνο που έπαιζε πραγματικά τραγούδια της εποχής, τα γέλια των παιδιών, τις συζητήσεις των μεγαλυτέρων, τα ούζα που σερβίρονταν κατά βούλησιν και τις βουτιές στα βαθιά από την προβλήτα.

 

Εκεί δοκίμασα να μάθω να πέφτω με το κεφάλι. Μου έδειξαν, μου είπαν τί να κάνω, αλλά άδικος κόπος. Πάντα έπεφτα με την κοιλιά –τρομερά επώδυνο– και ποτέ με το κεφάλι, μέχρι σήμερα. Κι απ’ αυτά τα χρόνια έχουμε πολλές φωτογραφίες με τις κυρίες της καλής κοινωνίας, φίλες της μάνας μου, με ορισμένους καθηγητές και συμμαθητές μας, με ωραίους αξιωματικούς και μας, πρώτα δεκάχρονα παιδιά κι αργότερα ωραίους εφήβους. Στο καφενεδάκι αυτό ήπιαμε ένα ούζο ένα βράδυ με τον συστρατιώτη μου και φίλο Τάκη Εμμανουήλ, ράφτη, γιο ράφτη και συνεπή κομμουνιστή. Κατόπιν έφυγε νωρίς.
Αργότερα το μέρος αυτό παραχωρήθηκε σ’ έναν επιχειρηματία, που το έκανε εστιατόριο πολυτελείας. Έκλεισε τα ανοίγματα με γυάλινους τοίχους και οι πελάτες του απολάμβαναν τα βράδια την εκπληκτική θέα του Αργολικού Κόλπου. Εκεί φάγαμε με τον συγγραφέα Θανάση Βαλτινό και το δικηγόρο του μια μέρα που είχε έρθει να παρουσιάσει το πρώτο μου βιβλίο με διηγήματα στη Βιβλιοθήκη Παλαμήδης. Ήταν τότε Πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέας, σήμερα ακαδημαϊκός.

 

Μετά το μέρος αυτό εγκαταλείφτηκε και υπήρχε τότε λίγο πιο μέρα το άλλο μικρό κτίσμα με την ολυμπιακή πισίνα από κάτω, του Ναυτικού Ομίλου Ναυπλίου. Στην ταράτσα τούτου του κτιρίου λειτούργησε ένα ωραίο εστιατόριο, ο Αραπάκος, συμμαθητής της αδελφής μου και γιος ιχθυοπώλη, που σήμερα έχει το ομώνυμο πολύ καλό εστιατόριο στην οδό Μπουμπουλίνας. Κι αυτό το εστιατόριο βέβαια είχε την εκπληκτική θέα του Κόλπου, με τα αρκαδικά βουνά απέναντι σε τόνους μπλε και πράσινους.
Μεταξύ λοιπόν τις Μπανιέρες και του Ναυτικού Ομίλου έστρωσαν αργότερα μια μακρόστενη προβλήτα, που έγινε ο νέος χώρος για μπάνιο των παλιών. Και ο Όμιλος και αυτή η προβλήτα έχουν ντους και κατά τη διάρκεια του πρωινού αρκετή σκιά από τα τείχη που υψώνονται πίσω τους. Μερικά παγκάκια που έβαλε ο Δήμος εξασφαλίζουν κάθισμα για τους συνήθως ηλικιωμένους λουόμενους, ενώ δυο-τρεις σκάλες τους βοηθάν να βρεθούν αμέσως στα βαθιά.

 

Αυτός είναι ο τόπος, όπου τα τελευταία χρόνια κάνω τα μπάνια μου. Είναι μέσα στην Παλιά Πόλη, δίπλα στο παλιό μου σπίτι και έχει γίνει τόπος συγκεντρώσεως των παλιών Αναπλιωτών. Μη νομίζετε ότι συναθροίζονται εκεί τίποτα πλήθη. Αντιθέτως, είναι μάλλον μοναχικός τόπος με λίγους λουόμενους, κυρίως ηλικιωμένες γυναίκες. Αυτές είναι οι κυρίες στις Μπανιέρες.

 

Βρίσκει εκεί κανείς και πάλι, όπως στις παλιές Μπανιέρες του ’60, όλα τα κοινωνικά στρώματα της πόλης. Η κάθε μια τους όμως έχει το δικό της χαρακτήρα, προσωπικότητα και είδη καλοκαιρινής αμφίεσης (μαγιό, παρεό, τσάντες κ.λπ.).

 

Καταρχήν υπάρχει η πληθωρική προσωπικότητα μιας συμπαθητικής πολυλογούς, καθηγήτριας τεχνικών και άκρως κουλτουριάρας. Θα συμπλήρωνα ότι είναι και ωραία γυναίκα σε τόνους κόκκινου-ξανθού. Συμμετέχει σε ό,τι πολιτιστικό της πόλης μας μπορείτε να φανταστείτε: τον προοδευτικό σύλλογο, τη δημοτική χορωδία κι οργανώνει η ίδια άλλες εκδηλώσεις για τα παιδιά. Μόλις φτάσει η φωνή της αρχίζει να αντηχεί απ’ την ηχώ των τειχών. Σχολιάζει τα πάντα, τα δρώμενα της πόλης, τα δημοτικά πράγματα, τις θρησκευτικές γιορτές, τα γεγονότα γενικότερα. Όπως τριγύρω υπάρχει ησυχία, η φωνή της, σε συζητήσεις με άλλους λουόμενους, γιατί την δυσαρεστεί να είναι στη θάλασσα μόνη της, αντηχεί από μακριά. Ήταν και συμμαθήτρια της αδελφής μου, όπου διακρινόταν ανάμεσα στα συνήθως κοντά κοριτσάκια του τόπου για το επιβλητικό ύψος της. Κατόπιν πρέπει να αναφέρω δυο μου συμμαθήτριες: καταρχήν την ψηλή, σοβαρή και αξιοπρεπή συμμαθήτριά μου, πρώην υπάλληλο τραπέζης και νυν δυστυχώς χήρα, ντυμένη ακόμα στα μαύρα. Αυτή είναι το αντίθετο της προγενέστερης, δεν μιλάει πολύ και κάνει ήσυχα το μπάνιο της. Ύστερα έρχεται η κοντούλα και συμπαθής ανύπαντρη συμμαθήτριά μου, μαζί από το Δημοτικό, πρώην υπάλληλος της ΔΕΗ. Μαζί συζητάμε για τη δυσκολία της να εισέλθει στον κόσμο του Internet, τις αδικίες των δημοτικών αρχών και άλλα θέματα που μας βοηθάν να περνάμε τη λουόμενη ώρα μας. Κατόπιν έρχονται μια σειρά από λαϊκές γυναίκες, ηλικιωμένες πλέον και μαραμένες από τον γειτονικό Ψαρομαχαλά. Ορισμένες τους είναι λίγο πιο αθυρόστομες από το μέσο όρο και με στριγγιά φωνή, τσαχπινιά και αμεσότητα σε βάζουν στη θέση σου ή σχολιάζουν κάποιον παρεκτραπέντα όταν χρειαστεί. Άλλες είναι πιο ήσυχες κι άλλες πιο κουτσομπόλες: όλα θέλουν να τα μάθουν, ρωτάνε για τα πάντα, σχολιάζουν τους απόντες και τους παρόντες. Μια απ’ αυτές, με πολύ σοβαρό ύφος, μου ανέλυσε προχθές μετά από το πραξικόπημα της Τουρκίας τί θα γίνει στο τέλος. «Στο τέλος η Ρωσία, που τόλμησε ο Τούρκος να προσβάλει, θα κατακτήσει όλη την Τουρκία, θα πάρει την Κωνσταντινούπολη και θα τη δώσει σε μας τους Έλληνες, γιατί πάντα η Ρωσία μας προστατεύει και μας αγαπά.» Εξάλλου αυτό το είπε ο Άγιος Παΐσιος, όψιμος άγιος, πολύ της μόδας σήμερα. Φαίνεται ότι το ίδιο είχαν προβλέψει κι άλλοι ορθόδοξοι προφήτες, ο Κοσμάς ο Αιτωλός και ο Βατοπεδινός. Ακόμα δεν το έχει σε τίποτα να αντιμετωπίσει με αξιοπρέπεια κάποιες προσβολές του παπά της ενορίας, γνωστού ακραίου, όπου με θρησκευτική θα έλεγα ευλάβεια πηγαίνουν καθημερινά οι περισσότερες απ’ αυτές, όταν της έκανε μια απρεπή παρατήρηση. Τον έχει όμως ανάγκη γιατί κοινωνεί συχνά. Οι περισσότερες από τις άλλες, ευτραφείς και μαραμένες δυστυχώς, φοράνε πάντα ένα καπελάκι μες στη θάλασσα, να μην τις κάψει ο ήλιος. Όντας μέσα στο νερό ρωτάνε κάθε τόσο με αγωνία τους απ’ έξω τί ώρα είναι. Βλέπετε, αν δεν έχουν ήδη μαγειρέψει απ’ το πρωί, πρέπει να τελειώσουν γρήγορα το μπάνιο και να γυρίσουν σπίτι για μαγείρεμα. Τετάρτες και Σάββατα πάνε πρώτα στη λαϊκή, δίπλα στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό, και μετά καταφτάνουν κατά τις 11:00 στις Μπανιέρες.

 

Αλλά δεν είναι μόνο αυτές οι γυναίκες του λαού, που συχνάζουν στις Μπανιέρες, επειδή κουράζονται να ανέβουν την ανηφόρα της Αρβανιτιάς και τα σκαλιά που οδηγούν στη θάλασσα. Βλέπει κανείς συχνά και την κατεξοχήν αριστοκράτισσα της πόλης μας, κληρονόμο της μεγαλύτερης και παλαιότερης βιομηχανίας μας, αλλά παρόλα αυτά ευπροσήγορη και απλή. Όπως κι οι δυο γονείς της είναι τεραστίων διαστάσεων πλαισιωμένων από ένα όμορφο πρόσωπο με ακόμα μαύρα μαλλιά. Συγγενεύει, διαμέσου της μιας από τις πανέμορφες κόρες της και με έναν παλιό Πρωθυπουργό. Οι θαμώνες του παλιού καφενείου του Κουτσομύτη στην παραλία θυμούνται την ίδια αυτή κοπελάρα με τον εξίσου τεράστιο κι εντυπωσιακό πατέρα της, τον βιομήχανο, να κάθονται με τις ώρες στο καφενείο παρέα με ναυτικούς, λιμενεργάτες και μικροαστούς.

 

Και οι κύριοι; Δυστυχώς υπάρχουν πολύ λίγοι, γιατί οι περισσότεροι έχουν αποδημήσει εις Κύριον, αλλά υπάρχουν… Καταρχήν ο παλιός μου γείτονας, ιδιοκτήτης μαγαζιού με λαϊκή τέχνη στο ισόγειο του κεντρικού σπιτιού του, που το έχει αφήσει στις φροντίδες του γιου του κι έρχεται συχνά με το ποδήλατό του. Δεν του αρέσει και πολύ η προβλήτα μας και προχωράει για το μπάνιο του λίγο πιο πέρα σε ένα είδος πισίνας που υπάρχει μπροστά στον Ναυτικό Όμιλο. Στοιχειό του Ομίλου ήταν και είναι ο Γιαννάκης, σήμερα συνταξιούχος, παλιός ξενοδοχοϋπάλληλος και κατόπιν υπάλληλος στη Βιβλιοθήκη μας, παθιασμένος Αναπλιώτης και μέλος κι αυτός του Προοδευτικού Συλλόγου. Κάνει εμπεριστατωμένες ανακοινώσεις για ιστορικά στοιχεία του Ναυπλίου όταν χρειαστεί ή όταν του ζητηθεί. Ανακατεύεται και με το ερασιτεχνικό θέατρο που είναι το πάθος του. Μέχρι πρόσφατα ο Γιαννάκης ήταν υπεύθυνος για την καθαριότητα του χώρου και του Ομίλου και της προβλήτας και γύριζε συνέχεια με μια σκούπα και φαράσι καθαρίζοντας τα πάντα και βλαστημώντας όσους λέρωναν. Αν σε συμπαθούσε, μπορούσε να σου φτιάξει και καφέ. Ακόμα οι καθαριστές του Δήμου περνάνε κι αυτοί από κει. Από κοντά κι η αδελφή του, συμπαθέστατη παλιά υπάλληλος του Ταχυδρομείου, σήμερα συνταξιούχος, που διαμαρτύρεται συνεχώς για τη γαϊδουριά και τη βρωμιά των ξένων και των περιοίκων και βάζει τους πάντες στη θέση τους, επισκεπτόμενη ακόμα και την Αστυνομία για να καταγγείλει παρατυπίες. Εμφανίζονται ακόμα και οι δύο αδελφοί, εκ των οποίων ο ένας τυφλός και μονόχειρας από μια χειροβομβίδα που είχε σκάσει στα χέρια του τη δεκαετία του ’50. Ο μικρότερος αδελφός του τον συνοδεύει πάντα και τον βοηθάει να μπει και να βγει από τη θάλασσα. Ένας άλλος κύριος που εμφανίζεται κι έρχεται μάλιστα από το Άργος με το λεωφορείο είναι ο ξενιτεμένος στον Καναδά φιλόλογος, που επέστρεψε για να περάσει τα γεράματά του στην πατρίδα του. Σεμνός, διακριτικός, σταματάει πάντα να κάνουμε καμιά κουβέντα περί της συγκυρίας ή για τους αρχαίους Έλληνες, που είναι το θέμα του.

 

Έρχονται επίσης συχνά και οι ξενιτεμένοι Αναπλιώτες, στην Αθήνα, στη Βέροια, ή όπου αλλού. Υπάρχουν οι τρεις αδελφές, κόρες του παλιού επιχειρηματία του κινηματογράφου μας, που αναστατώνουν τη συνήθως ήσυχη ατμόσφαιρα με τα ανέκδοτα και τα γέλια τους. Δίνουν λίγη ζωή και ευθυμία στο συνήθως γαλήνιο σκηνικό.

 

Αλλά όπως σας είπα όλες οι κοινωνικές τάξεις μαζεύονται στις Μπανιέρες: εμφανίζεται κάθε τόσο μια παρέα από γυφτάκια, αγόρια και κορίτσια, από 9 έως 12 χρονών, που ξεχωρίζουν όχι μόνο απ’ το σκούρο χρώμα τους, αλλά και από τις φωνές, βρισιές και αντεγκλήσεις τους. Πέφτουν με φόρα και με τα ρούχα που φοράνε στη θάλασσα, κάνουν φασαριόζικα το μπάνιο τους, προς μεγάλη δυσαρέσκεια των κυριών και φεύγουν τόσο γρήγορα όσο είχαν έρθει… Υποθέτω ότι έχουν καθήκον απ’ τους γονείς τους να μαζέψουν από τη ζητιανιά ένα ορισμένο ποσό χρημάτων και το μπάνιο είναι μια ευτυχισμένη παρένθεση στη σκληρότητα της καθημερινής τους ζωής. Μόλις φύγουν, ένα ουφ ανακούφισης βγαίνει από τα χείλη των καθωσπρέπει κυριών, που δε διστάζουν να τα νουθετούν τουλάχιστον στο να μη βρίζουν συνέχεια.
Πλέοντας αργά σ’ εκείνη τη θάλασσα εδώ και αρκετά χρόνια σκέφτομαι καμιά φορά ότι θα ήταν για έναν παλιό Αναπλιώτη το ιδανικό μέρος για να πνιγεί και να αφήσει, μέσα σ’ αυτή την ομορφιά, την τελευταία του πνοή. Φαίνεται εξάλλου ότι εδώ πνίγηκε ο άλλος ποιητής της πόλης, ο Θοδωράκης Κωστούρος. Οι φήμες λένε βέβαια ότι αυτό συνέβη επειδή μπήκε φαγωμένος στη θάλασσα. Αλλά δεν παύω να σκέφτομαι ότι για εκείνον και για οποιονδήποτε άλλον, νοσταλγό του παρελθόντος της πόλης μας, τούτος θα ήταν ο ιδανικός θάνατος. Με τα γυφτάκια όμως και με τις τρεις αδελφές, τις φωνές και τη χαρά τους, η ζωή στις Μπανιέρες συνεχίζεται…

 

Διαβάστε το β’ μέρος του χρονογραφήματος για τις μπανιέρες εδώ

ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑ

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

error: Περιεχόμενο που προστατεύεται από πνευματικά δικαιώματα.